Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

για τις 19

  

  έρχεται όπου και να ΄μαι και μου μιλάει. Λέει τις ίδιες ιστορίες. Κάποιες τις είδε, άλλες του τις είπανε, άλλες του τις είπανε ένω τις είδε. Η οπτική του απλήρωτου φονιά, ε; Πρώτα η σκατιά και τα επιχειρήματα, το νόημα μετα. Και πάμε να αγαπήσουμε απόψε. Δυο τριμπουσόν για ένα μπουκάλι, ποιος θα προλάβει. . . Ονόματα με το κιλό και σώματα σαν μαριονέτες που δαγκώνουν τα σκοινιά και τραβάνε να ξαπλώσουν το κάθαρμα που τις παίζει. Και μουσικές απ΄ όλες τις τρύπες. Πνευστά, ειρωνικά πνευστά δίνουν το σήμα για επίθεση. Αλλά πάμε να αγαπήσουμε απόψε. Με χέρια και δόντια. Σοβαροί, να μην μας πάρουν χαμπάρι. Σοβαροί σαν μάρμαρο. 
 Έχω και άλλα να σου πω.
 Στο ταμπλό ένος αμαξιού δεκάδες ζωγραφιές, γραμμές με γνώση, εξυπνάδα, ατάκες αμάσητες, ασάλιωτες. Στην θέση του συνοδηγού να μην ξέρεις από που σου ήρθε. Μετά, μετά θα καταλάβεις με μια ματιά στο καθρέφτη. Ο οδηγός, καλή καρδιά με βηματοδότη - η δικιά σου κατέχει που πάνε τα τέσσερα; - σου δίνει δυο μαρκαδόρους, δυο χρώματα, χρυσό και ασήμι, να βάλεις και εσύ κάτι. Γράφεις, αργά, αργά. . . 


ΧΑΜΌΓΕΛΌ
ΧΩΡΙΣ ΓΙΑΤΙ.


 Ο οδηγός σου λέει ότι έβαλες δυο τόνους στο χαμόγελο.
 Τον κοιτάς με ύφος΄ Γιατί ρωτάει τέτοια πράματα;
 Διατάζεις για μπουρδέλα. 
 Μεταφερόμενα πια στα Σφαγεία απο Βαρδάρη. Ιταλικό πλακάκι. 
 Ευγένια και Πιάτσα.
 Όπως ο Βότσης, όταν σε έπιασε το έντερο σου στην Ναβαρίνου και φώναζες.
 Σε έπιασε άπο τον ώμο και πήγατε στην Πιάτσα των ταξί.
 Ευγένια και Πιάτσα, πάλι.
 Αλλά απόψε πάμε να αγαπήσουμε. Όλοι μαζί και ο γρουσούζης, όχι χώρια. Πάρτε και ένα γρουσούζη μαζί σας. Μια γκρίνια με επιχειρήματα που σπάει αρχίδια και πρέπει να πας διαβασμένος να την χτυπήσεις. Αλλά δεν την χτυπάς. Έχει δίκια. 

( Όταν ακούς, έχεις και εσύ τα δίκια σου, 
είναι σαν να σου λένε ΄΄Σου μείνανε και δυο τούφες μαλλάκι, 
τι άλλο θες;΄΄)

 Τα χέρια σου σαν να έχουν λίγο στραβώσει από το ποτό και εσύ λές έπαιζα πιάνο δέκα χρόνια. Δέκα χρόνια Οινοπνεύματα Αντιλογίας. Ομορφιές, ε; Εκείνη η Λαϊστερα που σου έκατσε και σου έγραψε για ιδανικούς αυτόχειρες και μαλακίες. Και γιατί γράφεις ρε; Λες και πάς κάθε βράδυ στο κρεβάτι της, την ξυπνάς, έτσι με το ζόρι, να διαβάσει όλα αυτά, τα ψηφιακά. Πρέπει να είναι φίλη σίγουρα εκείνου του υπόλοιπου βλακείας, που στο νησί με τα λουκούμια και τα άλλα άλλα άλλα. . . . Εκείνο το πράμα είχε πει στην Σπούλα, ότι ο συγγραφέας πρέπει να ξυπνάει πρωί, να φοράει γραβάτα και έτσι καμουφλαρισμένος να πετάει τα οράματα του στο χαρτί. Να μοιραστεί τις χημείες του κεφαλιού και κάβλα ιδεατή. Ένα κόσμο που για να μπεις, σκας στα διόδια όλο το χρόνο και τα κέφια σου. Είχε θάλασσα να τον πετάξουν εκεί κοντά, αλλά η Σπούλα είναι καλή καρδιά. . . Καλύτερη από εσένα.

- Καλύτερη και εκείνη από εμένα.

 Δεν είναι και δύσκολο αυτό.

- Από όλες τις πλευρές. Και άναψε ωραίες φωτιές για να συνεννοηθώ την Γιουδήθ. Και άλλα πολλά, πολλά.  Και όλα πήγαν και τελείωσαν καλά.

 Δεν θα κάνουμε λίστες με ονόματα εδώ. Αλλά δεν σκότωσες και κανέναν. Μόνο προχωράς και πληγώνεις κόσμο. Ένα βαρέλι πίνεις και μια δεξαμενή μαλακίες βγάζεις. Γιατί; Για να περάσει η ώρα; Η ώρα θα περάσει ό,τι και να κάνεις. Δεν θα σε ρωτήσει. Αλλά αν σε ρωτήσει κάτι θα βρεις να της πεις. Σήμερα όμως πάμε να αγαπήσουμε. 
Όχι χουφτώματα και μάχη σώμα με σώμα. Αυτά καλά είναι και εξυπηρετούν την σύνθεση, που λέει και το Σινικό Υπόγειο. Το άλλο που σε καίει. Να τους κάνεις να γελάσουν. Να ξεφλουδίσουν από τα γέλια. Πρώτα με τα χάλια σου και μετά με τα δικά τους. Αν το κάνεις ανάποδα θα σε δείρουν. Όπως ο Αντώνης τον Σίμο.

- Διάβασες τον Χορό των Καβουριών;

 Άλλο χαζό τίτλο δεν βρήκες; Το διάβασα. Χάνει στην αρχή. Και στην μέση. Και το τέλος είναι για ξύλο. Ποιος διαβάζει τέτοια πράματα; Το ρωτάω αυτό, γιατί βλέπω αυτόν που τα γράφει.

- Ο Celine και ο Σαββίνκοφ φταίνε για τον τίτλο. Ήμουν. . .

 Ξέρω. Ήσουν ένα βράδυ λιάρδα με την Σαββίνκοφ στην παραλία και έλεγες, έλεγες. Ο Σαββίνκοφ είναι καλός άνθρωπος και άκουγε. Τότε του είπες, ότι τα δίχτυα είναι πεντάγραμμο και τα καβούρια νότες. Ο μαλάκας ο Celine που κολλάει;

- Κάπου πριν χρόνια, πριν την Αντιγόνη. . .

Άλλο τράκο αυτό.

-  . . . είχα διαβάσει κάπου, ότι βάζει τον ήρωα του να αποχαιρετά δωσίλογους πεταινικούς που την στήσανε σε ένα κάστρο, λέγοντας, τέρμα ο χορός των καβουριών. . . Οι σωλήνες των αποχευτεύσεων σπάνε και τους κυνηγάνε τα σκατά τους.

 Κάπου στην γη των παραδόπιστων, εδώ στα βόρεια πρέπει να έγινε αυτό. Χωρίς τον Celine. Η μουσική έσπασε τους σωλήνες. Αλλά μπορεί και να τα φαντάστηκες. Ο Σαββίνκοφ χάρηκε με τον τίτλο.

- Ναι.

 Είναι καλός άνθρωπος και με πολλά πράγματα να δώσει. Όχι επειδή έτσι πρέπει, για την ταμπέλα δηλαδή. . . Κάπως πρέπει να γυρνοβολάει και αυτός. . . Όχι. . . Βγαίνουν συνέχεια καλά πράγματα, τα φτιάχνει όπως θέλει και τα μοιράζεται. Μιούζικα, στίχους με μιούζικα, στίχους χωρίς μιούζικα και ιστορίες. Αλλά οι άλλοι; Δεν μπορούν μια ιστορία να πούνε; Και κοπανάνε μακρυνάρια. Δεν θέλουν να πάνε κατευθείαν στο μεδούλι; Και να φτάσει το μαχαίρι, μεδούλι δεν θα βρεί. Σάλτσες και απωθημένα.

- Από άλλους δρόμους στο ίδιο σημείο πάντα. Μην τους κατηγορείς.

 Και τι έγινε. Αλλά και το δικό σου. Χάχανα, ανάποδες και γαμήσια. Εξυπνάδες μασημένες πολύ. 

- Τίποτα δεν σου άρεσε;

Μια σκηνή μόνο. Εκείνη η λεσβία που τρίβει την κωλάρα της στο καβλί του Αντώνη μέχρι αυτός αφήνει τα αρχίδια του να ξεπρηστούν. Καλά το πας. Αν ήμουν εκεί μέσα θα χειροκροτούσα.

- Εγώ θα ξάπλωνα δίπλα τους, να κοιμηθώ.

 Και θα σε αφήνανε.  . .  Πάμε τώρα. Με το δελτίο ανεργίας τραβάμε όπου θέλουμε. Όλα τα λεωφορεία δικά μας. Πάμε να αγαπήσουμε.

- Δεν μπορώ σήμερα. Πονάω λίγο. Αύριο όμως. . .

 . . . σίγουρα. Κάτσε στο μπαλκόνι να βλέπεις από κάτω φαλάκρες να παιρνούν. Θα πάω να βρω τον Σίμο. Θα πάρουμε την Τσιμισκή, απο Δωδεκανήσου ως ΧΑΝΘ και σε κάθε περίπτερο θα πίνουμε μπύρες. Περιπτερόμπυρες. Μπορεί να βρούμε και εκείνο το μουρλό πράμα που βρίζει όλη την ώρα και του ανεβάζει την πίεση. Να την δεις πως θα την φτιάξω εγώ. Εσύ κοίτα να στρώσεις.

- Έτσι ακριβώς. Θα στρώσω για να ξαπλώσω λίγο. Μπορεί να σας βρω μετά.




Πέμπτη, 5 Οκτωβρίου 2017

όξω από φαλαφατζίδικο ψες


-. . . είναι αυτός με το μπιστόλι στο χέρι που θα αυτοπυροβοληθεί όπου να ΄ναι και το ξανασκέφτεται, ρίχνει μια ματιά στο μπιστόλι, μια στο διπλανό του που του φωνάζει ΜΗΗΗ, ΜΗ ΤΟ ΚΑΝΕΙΣ και πυροβολεί αυτόν.

- Τον μη μη.

- Ναι.

- Γιατί;

- Επειδή κάνει πολύ φασαρία.

- Και αυτό θα γίνει ταινία;

- Μια σκηνή μαζί με άλλες.

- Γιατί δεν κάνεις ένα ντοκιμαντέρ για τους υπαλλήλους της Βουλής; Όχι όλους. . . Εκείνους τους αξιαγάπητους που αφήνουν το νεράκι στο βήμα.

- Λες;

- Θα σκίσει. Αν ψήσεις και κανέναν να ρίξει λίγο καθαρτικό ή καμιά μασέλα μες στο ποτήρι.

- Ή χρυσόψαρα με την μνήμη τους που διαφημίζουν. Λες και αυτοί θυμούνται τα πάντα.

- Και ποιον θα σφάξετε να βρείτε τα λεφτά;

- Χωράφι, όχι άνθρωπο.

- Πάει καλά. Φεύγω τώρα. . . Σε έχω κλείσει με τον άλλο, αν πεθάνω πρώτος, να κουβαλήσετε την κάσα. Εσύ κοντούλα, ο άλλος ο γαμογελαστούλης στο καρότσι του το χειροποίητο. . . Θα βρω και δυο ψηλούς. Θα γελάσει κόσμος. . . Αν με αδειάσετε κιόλας. . . Και μην ξεχάσεις. . . Αν πετύχεις καμιά που να θέλει λευκό γάμο, μέσα. Μπορεί να αριβάρει και έρωτας.

- Έγινε. Καληνύχτα.

- Καλήνυχτα.




Τρίτη, 3 Οκτωβρίου 2017

EXIT


 Στο μετρό, με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο μισάνοιχτο, αναμαλλιασμένος, καθιστός τραβάω κατά τον σταθμό Λαρίσης, να βγάλω εισιτήριο, να φύγω το βράδυ για την πόλη με τα φαγάδικα, τις εκκλησίες, τις πολιτικές δολοφονίες, τους Εβραίους - όσοι απέμειναν απ΄ όσους ξαπόστειλαν με τα τρένα για να γίνουν μετά  ε π ε ν δ ύ σ ε ι ς   και   α π α λ λ ο τ ρ ι ώ σ ε ι ς - και τον εσωτερικό μονόλογο. Μια γριά, καλή γριά, κάθετε απέναντι μου και με σημαδεύει κουνώντας το κεφάλι της. Την κοιτάω κι εγώ με το μισόκλειστο μάτι και κουνάω το δικό μου κεφάλι. Είμαστε σαν ερωτευμένα, πλάι πλάι σκυλάκια στο παρμπρίζ αυτοκινήτου. Λίγο ακόμα και θα ακολουθούσαν τα σώματα - κουδουνίστρες ερωτικές - αλλά εκείνη μου είπε.

- Φοράς περούκα;
- Όχι. Εσείς;
- Είσαι ανάγωγος.
- . . . Από το Κορδελιό είμαι. Δεν μου απαντήσατε όμως.

 Κι άρχισε να φωνάζει. Ανάγωγος και δεν ντρέπομαι.  Με τον πληθυντικό μου, με το κεφάλι μου αναμαλλιασμένο, πέρα δώθε, από το Κορδελιό και εκείνη να φωνάζει. Σκέφτηκα τον άντρα της, χεσμένο στα γέλια, να μου σφίγγει το χέρι. Ή τον λαιμό, ποτέ δεν ξέρεις. Αλλά μπορεί να τους είχε χωρίσει ο θάνατος. Φαινόταν λιγάκι στο πρόσωπο της και τα χέρια της πρέπει να έριξαν κάμποσο χώμα.

 Η διπλανή μου, δεν έδωσε σημασία σε όλο αυτό. Κρατούσε την τσάντα της και χάζευε έξω από το παράθυρο το σκοτάδι από το τούνελ. Ο διπλανός της καλής γριάς, έκανε το ίδιο, αλλά χαμογελούσε κάπως.
 Εκείνη την στιγμή, ανακοινώθηκε από τα μεγάφωνα ότι φτάνουμε στον σταθμό Λαρίσης. Σκέφτηκα ένα κουλουράκι να πάρω από εκεί.

- Θα φύγω, μην φωνάζετε. 
- Να φύγεις ρε.
- Αλλά πριν. . .

. . .και τράβηξα μια τούφα από τα μαλλιά μου να της δώσω.

- Φυσική τρίχα. Όποιος έχει δίνει.
- ΦΥΓΕ ΡΕ. . .
- Ή τα βάφει. . .
- ΦΥΓΕ, ΠΑΡΤΕ ΤΟΝ.

 Κοίταξα γύρω μου. Ποιοι να με πάρουν; Εδώ αμάν κάνανε για να φύγω. Οι διπλανοί μας είχαν σηκωθεί και περίμεναν να ανοίξουν οι πόρτες να φύγουν. Σηκώθηκα και εγώ, μαζί τους. Η καλή γριά, καθισμένη ακόμα, κόκκινη.

- Και συλλυπητήρια για τον σύζυγο. . . είπα και έφυγα σφαίρα για να βγάλω το εισιτήριο.